Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Βασιλική



Τα Χριστούγεννα είχα γράψει ένα μικρό διήγημα με θέμα τις γιορτινές εκείνες ημέρες, εμπνευσμένο όμως από την οικονομική κρίση που υπήρχε (και εξακολουθεί να υπάρχει) στην Ελλάδα. Σήμερα που η κρίση έφτασε με εκπληκτικά γρήγορους ρυθμούς και στην Κύπρο μας, φαντάζει πολύ επίκαιρο...


Βασιλική

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και όλη η πόλη είχε φορέσει τα γιορτινά της. Το κρύο είχε κάνει την εμφάνισή του εδώ και αρκετό καιρό και οι καμινάδες των σπιτιών κάπνιζαν σχεδόν όλη την ημέρα. Φυσικά όχι σε όλα τα σπίτια, καθώς η οικονομική κρίση που είχε πλήξει την χώρα τα τελευταία χρόνια, άφησε αρκετά σπίτια χωρίς θέρμανση. Όμως το κλίμα εξακολουθούσε να είναι γιορτινό. Τα μικρότερα παιδιά χαίρονταν τις διακοπές του σχολείου και έπαιζαν ανέμελα στους δρόμους και στο κοντινό πάρκο της πόλης. Τα μεγαλύτερα παιδιά του λυκείου και του πανεπιστημίου, βρίσκονταν στις καφετέριες για να συναντήσουν φίλους που είχαν καιρό να δουν. Μαζί τους και οι άνεργοι που μόλις είχαν επιστρέψει από ένα ακόμα αποτυχημένο σαφάρι ανεύρεσης εργασίας.

Όσο πλησίαζε η νύχτα, το κρύο γινόταν όλο και πιο τσουχτερό. Η μικρή Βασιλική καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού και προσπαθούσε να ζεσταθεί. Ήταν η μικρότερη της οικογένειας του Μιχάλη, ο οποίος είχε ακόμα έναν γιό. Η μητέρα της μικρής Βασιλικής, της έβαζε κάθε νύχτα όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε, για να μένει ζεστή. Θέρμανση δεν υπήρχε. Ο Μιχάλης είχε να δουλέψει πολύ καιρό. Η εταιρεία μεταφοράς μπετόν στην οποία δούλευε είχε κλείσει. Από τότε έβρισκε κάποιες περιστασιακές δουλειές, αλλά ποτέ κάτι σταθερό και όλες με πολύ λίγα λεφτά, ίσα-ίσα για να βγάλει κάποια έξοδα του σπιτιού. Ο γιος του βοηθούσε το σπίτι όταν σχολούσε από το πανεπιστήμιο. Είχε βρει δύο διαφορετικές δουλειές και δούλευε πότε στην μία και πότε στην άλλη. Η γυναίκα του, ήταν άνεργη και αυτή τους τελευταίους τέσσερις μήνες, καθώς η υπεραγορά στην οποία εργαζόταν έκλεισε. Παρόλα αυτά, έρχονταν τα Χριστούγεννα και για αυτήν την οικογένεια…

Η Βασιλική ζητούσε να στολίσουν το δεντράκι εδώ και πολύ καιρό. Ο Μιχάλης άκουγε, αλλά έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Η μητέρα της προσπαθούσε να την παραπλανήσει λέγοντάς της διάφορες δικαιολογίες. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν από χρήματα. Τα παιδιά θέλουν μόνο να ζήσουν αυτά που πρέπει να ζουν αυτές τις ημέρες. Όλη αυτή η ιστορία έτρωγε τον Μιχάλη και προσπαθούσε να βρει κάποιον τρόπο για να κάνει Χριστούγεννα η οικογένειά του. Πήγε σε διάφορες φιλανθρωπικές εταιρείες, αλλά όλες του είπαν να κάνει υπομονή, καθώς είναι πολύς ο κόσμος που ζητά βοήθεια και προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο δυνατό για όλους. Βοήθεια όμως δεν ερχόταν.
Ήταν 22 του Δεκέμβρη και το σπίτι της μικρής Βασιλικής ήταν ακόμα αστόλιστο. Η Βασιλική κοίταξε τον μπαμπά της με τα μεγάλα, σχεδόν δακρυσμένα, μάτια της και τον ρώτησε τι θα γίνει με το δεντράκι τους. Ήταν η χαριστική βολή για τον Μιχάλη. Της υποσχέθηκε ότι μέχρι το βράδυ θα το έχουν στολισμένο στο σαλόνι, δίπλα από τον τρυπημένο τους καναπέ. Η γυναίκα του άκουσε την υπόσχεση και πήγε να ρωτήσει για εξηγήσεις, όμως ο Μιχάλης της έκανε νόημα να σταματήσει. Φίλησε στοργικά την Βασιλική και έφυγε από το σπίτι.

Προορισμός του Μιχάλη ήταν το εμπορικό κέντρο. Είχε δει πριν λίγες ημέρες κάποιον να βγάζει ελαττωματικά χριστουγεννιάτικα δέντρα στην πίσω πλευρά των καταστημάτων. Ίσως θα μπορούσε να αποσπάσει κάποιο και να το πάρει στο σπίτι του. Έπρεπε να παρακολουθήσει όμως την κατάσταση και να βεβαιωθεί ότι δεν θα τον δει κανείς όσο κάνει αυτήν την πράξη. Είχε ρωτήσει πριν από καιρό τι γίνονται αυτά τα δέντρα και του είχαν απαντήσει ότι τα πηγαίνουν για επιδιόρθωση. Τίποτα δεν πετιέται.

Πήγε προσεχτικά στην πίσω πλευρά των καταστημάτων. Υπήρχε ένα δέντρο εκεί. Κοίταξε γύρω του παρατηρώντας τους πιθανούς κινδύνους. Στην συνέχεια πήρε το αυτοκίνητό του όσο πιο κοντά μπορούσε στο σημείο όπου βρισκόταν το δέντρο. Με γρήγορες αλλά και κάπως αδέξιες κινήσεις, κατόρθωσε να το βάλει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Μπήκε γρήγορα μέσα και απομακρύνθηκε. Η αποστολή του όμως δεν είχε τελειώσει. Χρειαζόταν στολίδια και φωτάκια για το δεντράκι. Αποφάσισε να πάει σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα της πόλης, όπου είχε πολλά στολίδια για χριστουγεννιάτικα δέντρα. Μπήκε μέσα και προχωρούσε ανάμεσα στους διαδρόμους. Το κατάστημα είχε πολύ κόσμο. Αυτός έκανε ότι έψαχνε για τα κατάλληλα στολίδια και άνοιγε τις συσκευασίες, δήθεν για να δει καλά τα στολίδια. Τοποθετούσε κάποιο στα ράφια και όποτε έβρισκε ευκαιρία, το έχωνε στις τσέπες του. Αυτό το επανέλαβε αρκετές φορές, ώσπου οι τσέπες του γέμισαν με στολίδια. Τότε έβαλε το κινητό του στο αθόρυβο και άρχισε να προσποιείται ότι μιλάει για κάτι επείγων, σχεδόν τρέχοντας προς τα έξω. Τα είχε καταφέρει.
Έμεναν μόνο τα φωτάκια. Γι αυτό ήξερε ακριβώς που να πάει. Ένας στην γειτονιά, υπάλληλος στην κυβέρνηση σε πολύ υψηλή θέση, είχε στολίσει ένα δέντρο της αυλής του και το είχε φορτώσει πολλές λάμπες. Ο Μιχάλης είχε αποφασίσει να του πάρει μία σειρά. Εξάλλου, μία σειρά του έφτανε, ενώ δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά στο δέντρο του υπαλλήλου.

Μπήκε στην αυλή προσεχτικά. Έφτασε στο δέντρο και έψαξε την παροχή ρεύματος. Αφού την βρήκε, έβγαλε από την πρίζα την μία από τις τρεις σειρές φώτων που βρήκε και άρχισε να την μαζεύει. Έκανε αρκετή ώρα για να ξεμπλέξει τα φωτάκια από το δέντρο, καθώς αυτά μπλέκονταν μεταξύ τους και τον καθυστερούσαν πολύ. Είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος όταν…

Ακούστηκε δίπλα του σχεδόν η σειρήνα του περιπολικού της αστυνομίας. Η γυναίκα του υπαλλήλου της κυβέρνησης, είχε δει τον Μιχάλη να βγάζει τις λάμπες από το δέντρο και τους είχε ειδοποιήσει. Αυτή στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε την σκηνή. Ο Μιχάλης σήκωσε τα χέρια και προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Οι αστυνομικοί έψαξαν αυτόν και το αυτοκίνητό του. Τον ρώτησαν που βρήκε το δέντρο και τα στολίδια. Ο Μιχάλης δεν άντεξε. Ξέσπασε σε λυγμούς και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για όσα έκανε. Οι αστυνομικοί, αν και έδειξαν, όπως του είπαν, κατανόηση, πήραν τελικά τον Μιχάλη στο τμήμα και τον κατάγγειλαν για κλοπή. Ο Μιχάλης θα έμενε στο κρατητήριο μέχρι να αποφασίσει ο διοικητής της αστυνομίας της πόλης για την τύχη του.

Η Βασιλική περίμενε τον μπαμπά της για να στολίσουν το δέντρο. Δεν γνώριζε τι είχε συμβεί, ούτε κατάλαβε γιατί η μαμά της και ο μεγάλος αδερφός της έφυγαν τόσο βιαστικά από το σπίτι πριν από δύο ώρες. Καθόταν στο σκαμνάκι της, στο σημείο που της είπε ο μπαμπάς της ότι θα στολιστεί το δεντράκι τους. Η ώρα περνούσε, νύχτωσε και άρχισε να κάνει ψύχρα. Η Βασιλική κρύωνε και πεινούσε, αλλά δεν σηκωνόταν από το σκαμνάκι της. Κοιτούσε πότε το σημείο που θα στολιζόταν το δεντράκι και πότε την πόρτα περιμένοντας την να ανοίξει. Τίποτα δεν συνέβαινε όμως. Η Βασιλική αποκοιμήθηκε εκεί, πάνω στο σκαμνάκι, με το κεφαλάκι της να ακουμπάει στον παγωμένο τοίχο. Η ώρα περνούσε και το κρύο γινόταν πολύ τσουχτερό.

Όμως, ξαφνικά άρχισε να ζεσταίνεται το σαλόνι. Ένα γλυκό φως ξύπνησε την μικρή Βασιλική. Αυτή άνοιξε τα μάτια και αφού τα έτριψε, κοίταξε προς το σημείο από όπου έβγαινε το φως. Εκεί είδε κάτι σαν ένα αυτοσχέδιο μικρό τζάκι. Δίπλα βρισκόταν ένα τεράστιο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο με πολύχρωμες και πανέμορφες μπάλες, υπέροχα φωτάκια, ενώ στην κορυφή του βρισκόταν ένα επιβλητικό, αστραφτερό αστέρι. Η Βασιλική άνοιξε το στόμα της από δέος κοιτάζοντας το δέντρο.

Ένας ήχος, σαν τρίξιμο καρέκλας, της απόσπασε την προσοχή. Κοίταξε δίπλα της και στην κουνιστή καρέκλα του μπαμπά της βρισκόταν ο Άγιος Βασίλης. Αυτός της χαμογέλασε και αυτή έτρεξε φωνάζοντας από ενθουσιασμό κοντά του. Ο Άγιος Βασίλης την πήρε αγκαλιά και την έκατσε στα πόδια του. Της χαμογελούσε και της μιλούσε, ενώ η Βασιλική απαντούσε σε όλα του τα ερωτήματα. Η Βασιλική κοίταζε και περιεργαζόταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Άγιου Βασίλη, τα οποία της φαίνονταν πολύ γνωστά. Κοιτάζοντας καλύτερα άρχισε να αναγνωρίζει τον… μπαμπά της . Ο Άγιος Βασίλης ήταν ο μπαμπάς της, ήταν σίγουρη. Τον ρώτησε και αυτός απλά χαμογέλασε. Τότε του έκανε την πιο μεγάλη αγκαλιά που του είχε δώσει ποτέ. Και εκεί, ευτυχισμένη όπως ήταν, αποκοιμήθηκε.
Η γυναίκα του Μιχάλη περίμενε όλη την νύχτα στο αστυνομικό τμήμα, μαζί με τον γιο της. Το πρωί τελικά ο διοικητής του τμήματος μίλησε με τον Μιχάλη και αυτός του εξήγησε για όλα όσα είχαν συμβεί. Του είπε για την ανεργία και για την κόρη του τη Βασιλική της οποίας πιθανόν αυτά να ήταν τα τελευταία της Χριστούγεννα, καθώς έπασχε από μία σπάνια αρρώστια του αίματος. Ομολόγησε επίσης ότι δεν είχε χρήματα για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της, και του εξήγησε ότι οι φιλανθρωπικές εταιρείες δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Ο διοικητής αποφάσισε να ελευθερώσει τον Μιχάλη για να πάει στο σπίτι του, χωρίς όμως τα κλοπιμαία τα οποία θα έπρεπε να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες τους.

Ο Μιχάλης πήρε την γυναίκα του αγκαλιά, κοίταξε τον γιο του ντροπιασμένος, και πήγαν στο σπίτι τους. Άνοιξαν την πόρτα και είδαν την μικρή Βασιλική πεσμένη από το σκαμνάκι της. Είχε φύγει με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλι της…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.